weg sein
Pronunciation
/vˈeːk zaɪn/

Ορισμός και σημασία του "weg sein"στα γερμανικά

weg sein
[past form: weg war]
01

έχω φύγει, έχω εξαφανιστεί

Sich nicht am erwarteten Ort befinden
weg sein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
weg
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin weg
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist weg
ενεστώτα μετοχή
weg seiend
απλός αόριστος
weg war
παθητική μετοχή
weg gewesen
Παραδείγματα
Die Milch ist weg.
Το γάλα έχει φύγει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store