Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weg sein
[past form: weg war]
01
έχω φύγει, έχω εξαφανιστεί
Sich nicht am erwarteten Ort befinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
weg
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin weg
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist weg
ενεστώτα μετοχή
weg seiend
απλός αόριστος
weg war
παθητική μετοχή
weg gewesen
Παραδείγματα
Die Milch ist weg.
Το γάλα έχει φύγει.



























