Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wecken
01
ξυπνώ, βγάζω από τον ύπνο
Jemanden aus dem Schlaf holen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
weckt
ενεστώτα μετοχή
weckend
απλός αόριστος
weckte
παθητική μετοχή
geweckt
Παραδείγματα
Der Wecker hat mich zu spät geweckt.
Το ξυπνητήρι με ξύπνησε πολύ αργά.



























