wecken
Pronunciation
/ˈvɛkən/

Ορισμός και σημασία του "wecken"στα γερμανικά

wecken
01

ξυπνώ, βγάζω από τον ύπνο

Jemanden aus dem Schlaf holen
wecken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
weckt
ενεστώτα μετοχή
weckend
απλός αόριστος
weckte
παθητική μετοχή
geweckt
Παραδείγματα
Der Wecker hat mich zu spät geweckt.
Το ξυπνητήρι με ξύπνησε πολύ αργά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store