Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wechseln
01
αλλάζω, αντικαθιστώ
Etwas durch etwas anderes ersetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
wechsle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wechselt
ενεστώτα μετοχή
wechselnd
απλός αόριστος
wechselte
παθητική μετοχή
gewechselt
Παραδείγματα
Kannst du den Reifen wechseln?
Μπορείς να αλλάξεις το λάστιχο ;
02
αλλάζω, μεταμορφώνομαι
Sich verändern
Παραδείγματα
Die Situation hat sich plötzlich gewechselt.
Η κατάσταση άλλαξε ξαφνικά.
03
αλλάζω, ανταλλάσσω
Geld in eine andere Währung oder in Kleingeld umtauschen
Παραδείγματα
Ich muss noch Geld wechseln.
Πρέπει ακόμα να ανταλλάξω χρήματα.



























