wechseln
Pronunciation
/ˈvɛksl̩n/

Ορισμός και σημασία του "wechseln"στα γερμανικά

wechseln
01

αλλάζω, αντικαθιστώ

Etwas durch etwas anderes ersetzen
wechseln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
wechsle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wechselt
ενεστώτα μετοχή
wechselnd
απλός αόριστος
wechselte
παθητική μετοχή
gewechselt
Παραδείγματα
Kannst du den Reifen wechseln?
Μπορείς να αλλάξεις το λάστιχο ;
02

αλλάζω, μεταμορφώνομαι

Sich verändern
wechseln definition and meaning
Παραδείγματα
Die Situation hat sich plötzlich gewechselt.
Η κατάσταση άλλαξε ξαφνικά.
03

αλλάζω, ανταλλάσσω

Geld in eine andere Währung oder in Kleingeld umtauschen
Παραδείγματα
Ich muss noch Geld wechseln.
Πρέπει ακόμα να ανταλλάξω χρήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store