Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
waschen
01
πλένω, καθαρίζω
Mit Wasser und Seife reinigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wasche
γ΄ ενικό πρόσωπο
wäscht
ενεστώτα μετοχή
waschend
απλός αόριστος
wusch
παθητική μετοχή
gewaschen
Παραδείγματα
Ich wasche das Auto.
Εγώ πλένω το αυτοκίνητο.
02
πλένω τον εαυτό μου, καθαρίζω τον εαυτό μου
Sich selbst mit Wasser und Seife reinigen
Παραδείγματα
Ich wasche mich jeden Morgen.
Πλένω τον εαυτό μου κάθε πρωί.



























