waschen
waschen
vaʃn
vashn
wischenwachen

Ορισμός και σημασία του "waschen"στα γερμανικά

waschen
01

πλένω, καθαρίζω

Mit Wasser und Seife reinigen 
waschen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wasche
γ΄ ενικό πρόσωπο
wäscht
ενεστώτα μετοχή
waschend
απλός αόριστος
wusch
παθητική μετοχή
gewaschen
Παραδείγματα
Ich wasche das Auto. 

Εγώ πλένω το αυτοκίνητο.

02

πλένω τον εαυτό μου, καθαρίζω τον εαυτό μου

Sich selbst mit Wasser und Seife reinigen 
sich waschen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich wasche mich jeden Morgen. 

Πλένω τον εαυτό μου κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store