warm
Pronunciation
/vaʁm/

Ορισμός και σημασία του "warm"στα γερμανικά

01

ζεστός, χλιαρός

Mit angenehmer, nicht zu hoher Temperatur
warm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wärmste-
συγκριτικός βαθμός
wärmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Wir saßen am warmen Kamin.
Καθίσαμε δίπλα στο ζεστό τζάκι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store