wahrsagen

Ορισμός και σημασία του "wahrsagen"στα γερμανικά

wahrsagen
01

προφητεύω, μαντεύω

Die Zukunft vorhersagen, oft mit übersinnlichen Methoden
wahrsagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wahrsage
γ΄ ενικό πρόσωπο
wahrsagt
ενεστώτα μετοχή
wahrsagend
απλός αόριστος
wahrsagte
παθητική μετοχή
wahrsagt
Παραδείγματα
Das Wahrsagen ist eine alte Tradition.
Η μαντεία είναι μια παλιά παράδοση.

Λεξικό Δέντρο

wahrsagen

wahr

+

sagen

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store