Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wahrsagen
01
προφητεύω, μαντεύω
Die Zukunft vorhersagen, oft mit übersinnlichen Methoden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wahrsage
γ΄ ενικό πρόσωπο
wahrsagt
ενεστώτα μετοχή
wahrsagend
απλός αόριστος
wahrsagte
παθητική μετοχή
wahrsagt
Παραδείγματα
Sie kann die Zukunft wahrsagen.
Μπορεί να προφητεύει το μέλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wahrsagen
wahr
sagen



























