wahrsagen
wahrsagen
va:ɐ̯sa:gən
vasagēn

Ορισμός και σημασία του "wahrsagen"στα γερμανικά

wahrsagen
01

προφητεύω, μαντεύω

Die Zukunft vorhersagen, oft mit übersinnlichen Methoden 
wahrsagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wahrsage
γ΄ ενικό πρόσωπο
wahrsagt
ενεστώτα μετοχή
wahrsagend
απλός αόριστος
wahrsagte
παθητική μετοχή
wahrsagt
Παραδείγματα
Sie kann die Zukunft wahrsagen. 

Μπορεί να προφητεύει το μέλλον.

Λεξικό Δέντρο

wahrsagen

wahr

+

sagen

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store