Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wahrnehmen
01
αντιλαμβάνομαι, παρατηρώ
Etwas mit den Sinnen bemerken oder erkennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
wahr
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme wahr
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt wahr
ενεστώτα μετοχή
wahrnehmend
απλός αόριστος
nahm wahr
παθητική μετοχή
wahrgenommen
Παραδείγματα
Ich nahm plötzlich eine Bewegung wahr.
Ξαφνικά αντιλήφθηκα μια κίνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wahrnehmen
wahr
nehmen



























