wahrnehmen
wahrnehmen
va:ɐ̯ne:mən
vanemēn

Ορισμός και σημασία του "wahrnehmen"στα γερμανικά

wahrnehmen
01

αντιλαμβάνομαι, παρατηρώ

Etwas mit den Sinnen bemerken oder erkennen 
wahrnehmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
wahr
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme wahr
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt wahr
ενεστώτα μετοχή
wahrnehmend
απλός αόριστος
nahm wahr
παθητική μετοχή
wahrgenommen
Παραδείγματα
Ich nahm plötzlich eine Bewegung wahr. 

Ξαφνικά αντιλήφθηκα μια κίνηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wahrnehmen

wahr

+

nehmen

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store