die wahl
wahl
va:l
val
wal

Ορισμός και σημασία του "wahl"στα γερμανικά

01

εκλογή, ψηφοφορία

Eine offizielle Abstimmung, um Personen oder Parteien zu wählen 
die Wahl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Wahlen
γενική πτώση
Wahl
Παραδείγματα
Die Wahl findet nächsten Sonntag statt. 

Οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν την επόμενη Κυριακή.

02

επιλογή, επιλογές

Die Entscheidung zwischen verschiedenen Möglichkeiten 
die Wahl definition and meaning
Παραδείγματα
Du hast die Wahl zwischen Tee und Kaffee. 

Έχεις την επιλογή μεταξύ τσαγιού και καφέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store