die Wahl
Pronunciation
/vaːl/

Ορισμός και σημασία του "wahl"στα γερμανικά

Die Wahl
[gender: feminine]
01

εκλογή, ψηφοφορία

Eine offizielle Abstimmung, um Personen oder Parteien zu wählen
die Wahl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wahl
πληθυντικός τύπος
Wahlen
Παραδείγματα
Diese Wahl war die spannendste in den letzten Jahren.
Αυτές οι εκλογές ήταν οι πιο συναρπαστικές τα τελευταία χρόνια.
02

επιλογή, επιλογές

Die Entscheidung zwischen verschiedenen Möglichkeiten
die Wahl definition and meaning
Παραδείγματα
Sie traf ihre Wahl ohne zu zögern.
Έκανε την επιλογή της χωρίς δισταγμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store