Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorzug
[gender: masculine]
01
προτίμηση, προτεραιότητα
Bevorzugung oder besondere Wertschätzung gegenüber etwas anderem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vorzug(e)s
πληθυντικός τύπος
Vorzüge
Παραδείγματα
Sie gab aus persönlichen Gründen ihrer Heimatstadt den Vorzug.
Για προσωπικούς λόγους, έδωσε προτεραιότητα στην πατρίδα της.
Λεξικό Δέντρο
vorzug
vor
zug



























