Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorzug
01
προτίμηση, προτεραιότητα
Bevorzugung oder besondere Wertschätzung gegenüber etwas anderem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vorzüge
γενική πτώση
Vorzug(e)s
Παραδείγματα
Ich gebe diesem Modell den Vorzug.
Δίνω την προτίμηση σε αυτό το μοντέλο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vorzug
vor
zug



























