der Vorzug
Pronunciation
/ˈfoːɐ̯ˌt͡suːk/

Ορισμός και σημασία του "vorzug"στα γερμανικά

Der Vorzug
[gender: masculine]
01

προτίμηση, προτεραιότητα

Bevorzugung oder besondere Wertschätzung gegenüber etwas anderem
der Vorzug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vorzug(e)s
πληθυντικός τύπος
Vorzüge
Παραδείγματα
Sie gab aus persönlichen Gründen ihrer Heimatstadt den Vorzug.
Για προσωπικούς λόγους, έδωσε προτεραιότητα στην πατρίδα της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store