der vorzug
vorzug
fo:ɐ̯t͡su:k
fotsook
verzug

Ορισμός και σημασία του "vorzug"στα γερμανικά

01

προτίμηση, προτεραιότητα

Bevorzugung oder besondere Wertschätzung gegenüber etwas anderem 
der Vorzug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vorzüge
γενική πτώση
Vorzug(e)s
Παραδείγματα
Ich gebe diesem Modell den Vorzug. 

Δίνω την προτίμηση σε αυτό το μοντέλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vorzug

vor

+

zug

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store