Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorsprung
01
πλεονέκτημα, προβάδισμα
Ein Vorteil oder eine führende Position, die jemand oder etwas gegenüber anderen hat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vorsprünge
γενική πτώση
Vorsprung(e)s
Παραδείγματα
Die Mannschaft hat einen Vorsprung von drei Punkten.
Η ομάδα έχει προβάδισμα τριών πόντων.
02
πλεονέκτημα, προβάδισμα
Die räumliche oder zeitliche Distanz, um die jemand oder etwas voraus ist
Παραδείγματα
Der Läufer baute einen 50-Meter-Vorsprung auf.
Ο δρομέας έκτισε ένα προβάδισμα 50 μέτρων.
LanGeek



























