Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vorschlagen
01
προτείνω
Eine Idee oder einen Plan zur Diskussion geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
schlagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlage vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
schlägt vor
ενεστώτα μετοχή
vorschlagend
απλός αόριστος
schlug vor
παθητική μετοχή
vorgeschlagen
Παραδείγματα
Wir schlagen vor, das Treffen zu verschieben.
Προτείνουμε να αναβληθεί η συνάντηση.



























