vorschlagen
Pronunciation
/ˈfoːɐ̯ˌʃlaːɡŋ/

Ορισμός και σημασία του "vorschlagen"στα γερμανικά

vorschlagen
01

προτείνω

Eine Idee oder einen Plan zur Diskussion geben
vorschlagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
vor
βασικό ρήμα
schlagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlage vor
γ΄ ενικό πρόσωπο
schlägt vor
ενεστώτα μετοχή
vorschlagend
απλός αόριστος
schlug vor
παθητική μετοχή
vorgeschlagen
Παραδείγματα
Wir schlagen vor, das Treffen zu verschieben.
Προτείνουμε να αναβληθεί η συνάντηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store