Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorort
01
προάστιο, περιφέρεια
Ein Gebiet außerhalb, aber nahe bei einer großen Stadt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vorort(e)s
πληθυντικός τύπος
Vororte
Παραδείγματα
Viele Familien wohnen im Vorort.
Πολλές οικογένειες ζουν στα προάστια.



























