der vorort
vorort
fo:ɐ̯ʔɔʁt
foawrt
vorwort

Ορισμός και σημασία του "vorort"στα γερμανικά

01

προάστιο, περιφέρεια

Ein Gebiet außerhalb, aber nahe bei einer großen Stadt 
der Vorort definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vorort(e)s
πληθυντικός τύπος
Vororte
Παραδείγματα
Viele Familien wohnen im Vorort. 

Πολλές οικογένειες ζουν στα προάστια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store