Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorläufer
[gender: masculine]
01
πρόδρομος, πρωτοπόρος
Eine Person, Erfindung oder Idee, die etwas Neues einführt und den Weg für spätere Entwicklungen bereitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vorläufers
πληθυντικός τύπος
Vorläufer
Παραδείγματα
Die ersten Teleskope waren Vorläufer der modernen Astronomie.
Τα πρώτα τηλεσκόπια ήταν οι πρόδρομοι της σύγχρονης αστρονομίας.
02
προκάτοχος, πρόγονος
Eine frühere Version oder ein Vorgänger einer aktuellen Entwicklung, Technologie oder Produktreihe
Παραδείγματα
Windows 7 war ein beliebter Vorläufer von Windows 10.
Το Windows 7 ήταν ένας δημοφιλής προκάτοχος του Windows 10.



























