Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vorläufer
01
πρόδρομος, πρωτοπόρος
Eine Person, Erfindung oder Idee, die etwas Neues einführt und den Weg für spätere Entwicklungen bereitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vorläufer
θηλυκό ενικό
Vorläuferin
γενική πτώση
Vorläufers
Παραδείγματα
Die Dampfmaschine war ein wichtiger Vorläufer der Industrialisierung.
Η ατμομηχανή ήταν ένας σημαντικός πρόδρομος της βιομηχανοποίησης.
02
προκάτοχος, πρόγονος
Eine frühere Version oder ein Vorgänger einer aktuellen Entwicklung, Technologie oder Produktreihe
Παραδείγματα
Das iPhone 13 ist der Vorläufer des iPhone 14.
Το iPhone 13 είναι ο προκάτοχος του iPhone 14.



























