Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vordergrund
01
πρώτο πλάνο, προσκήνιο
Der Bereich, der dem Betrachter am nächsten liegt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vordergrund(e)s
πληθυντικός τύπος
Vordergründe
Παραδείγματα
Im Vordergrund des Bildes steht eine blühende Wiese.
Στο πρώτο πλάνο της εικόνας βρίσκεται μια ανθισμένη λιβάδι.



























