der vordergrund
vordergrund
fo:ɐdɐgʁʊnt
fodgroont

Ορισμός και σημασία του "vordergrund"στα γερμανικά

Der Vordergrund
01

πρώτο πλάνο, προσκήνιο

Der Bereich, der dem Betrachter am nächsten liegt 
der Vordergrund definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vordergrund(e)s
πληθυντικός τύπος
Vordergründe
Παραδείγματα
Im Vordergrund des Bildes steht eine blühende Wiese. 

Στο πρώτο πλάνο της εικόνας βρίσκεται μια ανθισμένη λιβάδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store