der Vordergrund
Pronunciation
/ˈfɔʁdɐˌɡʀʊnt/

Ορισμός και σημασία του "vordergrund"στα γερμανικά

Der Vordergrund
01

πρώτο πλάνο, προσκήνιο

Der Bereich, der dem Betrachter am nächsten liegt
der Vordergrund definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vordergrund(e)s
πληθυντικός τύπος
Vordergründe
Παραδείγματα
Die Blumen im Vordergrund sind scharf, der Hintergrund unscharf.
Τα λουλούδια στο προσκήνιο είναι εστιασμένα, το φόντο είναι θολό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store