Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voneinander
01
ο ένας από τον άλλο, από ο ένας τον άλλον
Ein reziprokes Pronomen, das eine wechselseitige Beziehung oder Trennung ausdrückt
Παραδείγματα
Sie entfernten sich voneinander.
Απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο.



























