Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Volontär
01
αμειβόμενος πρακτορικός, αμειβόμενος εθελοντής
Eine Person, die gegen Gehalt eine Berufsausbildung in Medien-, Kultur- oder Wirtschaftsunternehmen absolviert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Volontärs
πληθυντικός τύπος
Volontäre
Παραδείγματα
Er arbeitet als Volontär bei einer Tageszeitung.
Δουλεύει ως εθελοντής σε μια καθημερινή εφημερίδα.



























