die vollzeitstelle
vollzeitstelle
fɔltsaɪtʃtɛlə
fawltsaitshtelē

Ορισμός και σημασία του "vollzeitstelle"στα γερμανικά

Die Vollzeitstelle
01

πλήρης απασχόληση, θέση πλήρους απασχόλησης

Eine Arbeit, bei der man die ganze normale Arbeitszeit arbeitet 
die Vollzeitstelle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Vollzeitstellen
γενική πτώση
Vollzeitstelle
Παραδείγματα
Sie hat eine Vollzeitstelle als Lehrerin. 

Έχει μια πλήρους απασχόλησης εργασία ως δασκάλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store