die Vollzeit
Pronunciation
/ˈfɔlˌʦaɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "vollzeit"στα γερμανικά

Die Vollzeit
[gender: feminine]
01

πλήρης απασχόληση, εργασία πλήρους απασχόλησης

Eine Arbeitszeit, bei der man die volle reguläre Stundenanzahl arbeitet
die Vollzeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vollzeit
Παραδείγματα
Er hat von Teilzeit auf Vollzeit gewechselt.
Έχει αλλάξει από μερική απασχόληση σε πλήρη απασχόληση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store