das vollkornbrot
voll
ˈfɔl
fawl
korn
kɔʁn
kawrn
brot
bʁo:t
brot

Ορισμός και σημασία του "vollkornbrot"στα γερμανικά

Das Vollkornbrot
01

ψωμί ολικής άλεσης, ψωμί από ολόκληρους κόκκους

Brot aus ganzen Getreidekörnern und ist sehr gesund 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
vollkornbrote
γενική πτώση
vollkornbrot(e)s
Παραδείγματα
Ich esse jeden Morgen Vollkornbrot zum Frühstück. 

Τρώω ολικής αλέσεως ψωμί κάθε πρωί για πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store