die Vokabel
Pronunciation
/voˈkaːbl̩/

Ορισμός και σημασία του "vokabel"στα γερμανικά

01

λέξη λεξιλογίου, λεξική μονάδα

Ein einzelnes Wort, das man beim Sprachenlernen lernt
die Vokabel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vokabel(s)
πληθυντικός τύπος
Vokabeln
Παραδείγματα
Gute Vokabelkenntnisse sind wichtig zum Sprachenlernen.
Η καλή γνώση λεξιλογίου είναι σημαντική για τη μάθηση γλωσσών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store