die vokabel
vo
vo
vo
kabel
ˈka:bl
kabl

Ορισμός και σημασία του "vokabel"στα γερμανικά

01

λέξη λεξιλογίου, λεξική μονάδα

Ein einzelnes Wort, das man beim Sprachenlernen lernt 
die Vokabel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vokabel(s)
πληθυντικός τύπος
Vokabeln
Παραδείγματα
Ich lerne jeden Tag zehn neue Vokabeln. 

Μαθαίνω δέκα νέες λέξεις κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store