Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Vokabel
01
λέξη λεξιλογίου, λεξική μονάδα
Ein einzelnes Wort, das man beim Sprachenlernen lernt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Vokabeln
γενική πτώση
Vokabel(s)
Παραδείγματα
Ich lerne jeden Tag zehn neue Vokabeln.
Μαθαίνω δέκα νέες λέξεις κάθε μέρα.
LanGeek



























