das visier
visier
vizi:ɐ
vizi

Ορισμός και σημασία του "visier"στα γερμανικά

01

στόχαστρο, θωρηκτή

Der Teil einer Waffe, mit dem man zielt 
das Visier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Visiere
γενική πτώση
Visier(e)s
Παραδείγματα
Er richtete das Visier auf das Ziel. 

Ευθυγράμμισε τον σκοπευτή με τον στόχο.

02

ασπίδα, προστατευτικό προσώπου

Der bewegliche Teil eines Helms, der das Gesicht schützt 
das Visier definition and meaning
Παραδείγματα
Der Ritter klappte das Visier seines Helms hoch. 

Ο ιππότης σήκωσε το προσωπίδιο του κράνους του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store