Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Visier
01
στόχαστρο, θωρηκτή
Der Teil einer Waffe, mit dem man zielt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Visier(e)s
πληθυντικός τύπος
Visiere
Παραδείγματα
Er richtete das Visier auf das Ziel.
Ευθυγράμμισε τον σκοπευτή με τον στόχο.
02
ασπίδα, προστατευτικό προσώπου
Der bewegliche Teil eines Helms, der das Gesicht schützt
Παραδείγματα
Der Ritter klappte das Visier seines Helms hoch.
Ο ιππότης σήκωσε το προσωπίδιο του κράνους του.



























