das viertel
viertel
fɪɐ̯tl
fitl

Ορισμός και σημασία του "viertel"στα γερμανικά

01

τέταρτο, τέταρτο μέρος

Ein Teil, der einem von vier gleichen Abschnitten eines Ganzen entspricht 
das Viertel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Viertel
γενική πτώση
Viertels
Παραδείγματα
Ich habe nur ein Viertel des Kuchens gegessen. 

Έφαγα μόνο το ένα τέταρτο της τούρτας.

02

συνοικία, περιοχή

Ein Teil einer Stadt oder Gemeinde mit eigener Struktur 
das Viertel definition and meaning
Παραδείγματα
Wir wohnen in einem ruhigen Viertel. 

Ζούμε σε μια ήσυχη γειτονιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store