vielseitig
Pronunciation
/ˈfiːlˌzaɪ̯tɪç/

Ορισμός και σημασία του "vielseitig"στα γερμανικά

vielseitig
01

πολύπλευρος, ευέλικτος

In vielen Bereichen talentiert, verwendbar oder einsetzbar
vielseitig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am vielseitigsten
συγκριτικός βαθμός
vielseitiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Künstler ist sehr vielseitig – er malt, fotografiert und macht Skulpturen.
Ο καλλιτέχνης είναι πολύ πολύπλευρος – ζωγραφίζει, φωτογραφίζει και φτιάχνει γλυπτά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store