Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vertrag
01
σύμβαση, συμφωνία
Eine schriftliche oder mündliche Vereinbarung zwischen zwei oder mehr Parteien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Verträge
γενική πτώση
Vertrag(e)s
Παραδείγματα
Ich habe einen neuen Vertrag unterschrieben.
Υπέγραψα ένα νέο σύμβαση.
LanGeek



























