Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verteidigen
01
υπερασπίζομαι, προστατεύω
jemanden oder etwas vor Angriffen, Vorwürfen oder Gefahren schützen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
teidigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verteidige
γ΄ ενικό πρόσωπο
verteidigt
ενεστώτα μετοχή
verteidigend
απλός αόριστος
verteidigte
παθητική μετοχή
verteidigt
Παραδείγματα
Soldaten verteidigen ihr Land.
Οι στρατιώτες υπερασπίζονται τη χώρα τους.
02
αμύνομαι, προστατεύομαι
Maßnahmen ergreifen, um sich selbst vor einem Angriff, Vorwurf oder einer Gefahr zu schützen
Παραδείγματα
Er musste sich gegen die Anschuldigungen verteidigen.
Έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στις κατηγορίες.



























