Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versuchen
01
δοκιμάζω, προσπαθώ
Etwas testen oder ausprobieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
suchen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
versuche
γ΄ ενικό πρόσωπο
versucht
ενεστώτα μετοχή
versuchend
απλός αόριστος
versuchte
παθητική μετοχή
versucht
Παραδείγματα
Du solltest dieses neue Getränk versuchen.
Θα έπρεπε να δοκιμάσεις αυτό το νέο ποτό.
02
προσπαθώ, δοκιμάζω
Sich bemühen, etwas zu tun
Παραδείγματα
Ich versuche, jeden Tag Deutsch zu lernen.
Προσπαθώ να μαθαίνω γερμανικά κάθε μέρα.
03
δοκιμάζω, προσπαθώ
Etwas wagen, um die eigene Fähigkeit zu prüfen
Παραδείγματα
Ich will mal versuchen, selbst ein Bild zu malen.
Θέλω να δοκιμάσω να ζωγραφίσω μόνος μου έναν πίνακα.



























