Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versuchen
01
δοκιμάζω, προσπαθώ
Etwas testen oder ausprobieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
suchen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
versuche
γ΄ ενικό πρόσωπο
versucht
ενεστώτα μετοχή
versuchend
απλός αόριστος
versuchte
παθητική μετοχή
versucht
Παραδείγματα
Wir wollen etwas Neues versuchen.
Θέλουμε να δοκιμάσουμε κάτι νέο.
02
προσπαθώ, δοκιμάζω
Sich bemühen, etwas zu tun
Παραδείγματα
Versuchst du, mich zu verstehen?
Προσπαθείς να με καταλάβεις ;
03
δοκιμάζω, προσπαθώ
Etwas wagen, um die eigene Fähigkeit zu prüfen
Παραδείγματα
Er versuchte sich als Schauspieler.
Δοκίμασε να γίνει ηθοποιός.



























