Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verstörend
01
αναστατωτικός, αγχωτικός
Einen stark beunruhigenden oder emotional belastenden Effekt habend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am verstörendsten
συγκριτικός βαθμός
verstörender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die plötzliche Stille im Wald wirkte verstörend.
Η ξαφνική σιωπή στο δάσος είχε αναστατωτικό αποτέλεσμα.



























