verstoßen
verstoßen
fɛɐ̯ʃto:sən
feshtosēn
verstörenverstopfenversüßenverstehen

Ορισμός και σημασία του "verstoßen"στα γερμανικά

verstoßen
01

παραβιάζω, παραβαίνω

Gegen ein Gesetz oder eine Regel handeln 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
stoßen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verstoße
γ΄ ενικό πρόσωπο
verstößt
ενεστώτα μετοχή
verstoßend
απλός αόριστος
verstieß
παθητική μετοχή
verstoßen
Παραδείγματα
Er hat gegen das Gesetz verstoßen. 

Έχει παραβιάσει τον νόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store