Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verstoßen
01
παραβιάζω, παραβαίνω
Gegen ein Gesetz oder eine Regel handeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
stoßen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verstoße
γ΄ ενικό πρόσωπο
verstößt
ενεστώτα μετοχή
verstoßend
απλός αόριστος
verstieß
παθητική μετοχή
verstoßen
Παραδείγματα
Niemand darf gegen die Menschenrechte verstoßen.
Κανείς δεν πρέπει να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.



























