Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verstecken
01
κρύβω, αποκρύπτω
Etwas so legen oder stellen, dass es niemand sieht oder findet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
stecken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verstecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
versteckt
ενεστώτα μετοχή
versteckend
απλός αόριστος
versteckte
παθητική μετοχή
versteckt
Παραδείγματα
Ich habe das Geschenk unter dem Bett versteckt.
Έκρυψα το δώρο κάτω από το κρεβάτι.
02
κρύβομαι
Sich selbst an einen Ort begeben, wo man nicht gesehen oder gefunden wird
Παραδείγματα
Das Kind versteckt sich hinter dem Vorhang.
Το παιδί κρύβεται πίσω από την κουρτίνα.



























