Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verstecken
01
κρύβω, αποκρύπτω
Etwas so legen oder stellen, dass es niemand sieht oder findet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
stecken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verstecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
versteckt
ενεστώτα μετοχή
versteckend
απλός αόριστος
versteckte
παθητική μετοχή
versteckt
Παραδείγματα
Warum hast du den Brief versteckt?
Γιατί έκρυψες το γράμμα;
02
κρύβομαι
Sich selbst an einen Ort begeben, wo man nicht gesehen oder gefunden wird
Παραδείγματα
Er hat sich gut versteckt, niemand hat ihn gefunden.
Κρύφτηκε καλά, κανείς δεν τον βρήκε.



























