Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Versichertenkarte
[gender: feminine]
01
κάρτα ασφαλισμένου, κάρτα ασφάλισης
Eine Karte, die den Versicherungsschutz bestätigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Versichertenkarte
πληθυντικός τύπος
Versichertenkarten
Παραδείγματα
In der Apotheke braucht man die Versichertenkarte.
Στο φαρμακείο, χρειάζεται η κάρτα του ασφαλισμένου.



























