Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Versammlung
01
συνέλευση, σύνοδος
Eine Gruppe von Menschen, die sich treffen, um etwas zu besprechen oder zu entscheiden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Versammlung
πληθυντικός τύπος
Versammlungen
Παραδείγματα
Er spricht oft bei der Versammlung.
Μιλάει συχνά στη συνέλευση.



























