verringern
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈʀɪŋɐn/

Ορισμός και σημασία του "verringern"στα γερμανικά

verringern
01

μειώνω, ελαττώνω

Etwas bewusst weniger machen
verringern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verringere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verringert
ενεστώτα μετοχή
verringernd
απλός αόριστος
verringerte
παθητική μετοχή
verringert
Παραδείγματα
Wir müssen die Kosten verringern.
Πρέπει να μειώσουμε το κόστος.
02

μειώνομαι, ελαττώνομαι

Von selbst weniger werden
verringern definition and meaning
Παραδείγματα
Seine Angst verringerte sich mit der Zeit.
Ο φόβος του μειώθηκε με το χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store