Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verringern
01
μειώνω, ελαττώνω
Etwas bewusst weniger machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verringere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verringert
ενεστώτα μετοχή
verringernd
απλός αόριστος
verringerte
παθητική μετοχή
verringert
Παραδείγματα
Wir müssen die Kosten verringern.
Πρέπει να μειώσουμε το κόστος.
02
μειώνομαι, ελαττώνομαι
Von selbst weniger werden
Παραδείγματα
Seine Angst verringerte sich mit der Zeit.
Ο φόβος του μειώθηκε με το χρόνο.



























