verringern
verringern
fɛɐʁɪngɐn
feringn
verlängern

Ορισμός και σημασία του "verringern"στα γερμανικά

verringern
01

μειώνω, ελαττώνω

Etwas bewusst weniger machen 
verringern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verringere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verringert
ενεστώτα μετοχή
verringernd
απλός αόριστος
verringerte
παθητική μετοχή
verringert
Παραδείγματα
Die Firma verringerte die Arbeitszeit. 

Η εταιρεία μείωσε το ωράριο εργασίας.

02

μειώνομαι, ελαττώνομαι

Von selbst weniger werden 
verringern definition and meaning
Παραδείγματα
Die Bevölkerung verringert sich langsam. 

Ο πληθυσμός μειώνεται αργά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store