Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verringern
01
μειώνω, ελαττώνω
Etwas bewusst weniger machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verringere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verringert
ενεστώτα μετοχή
verringernd
απλός αόριστος
verringerte
παθητική μετοχή
verringert
Παραδείγματα
Die Firma verringerte die Arbeitszeit.
Η εταιρεία μείωσε το ωράριο εργασίας.
02
μειώνομαι, ελαττώνομαι
Von selbst weniger werden
Παραδείγματα
Die Bevölkerung verringert sich langsam.
Ο πληθυσμός μειώνεται αργά.



























