Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verraten
01
αποκαλύπτω, αποκαλύπτω
Geheimnisse oder vertrauliche Informationen mitteilen, ohne dass man darf
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
raten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
verrät
ενεστώτα μετοχή
verratend
απλός αόριστος
verriet
παθητική μετοχή
verraten
Παραδείγματα
Er hat das Geheimnis verraten.
Αυτός αποκάλυψε το μυστικό.



























