verraten
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈʀaːtən/

Ορισμός και σημασία του "verraten"στα γερμανικά

verraten
01

αποκαλύπτω, αποκαλύπτω

Geheimnisse oder vertrauliche Informationen mitteilen, ohne dass man darf
verraten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
raten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
verrät
ενεστώτα μετοχή
verratend
απλός αόριστος
verriet
παθητική μετοχή
verraten
Παραδείγματα
Ich werde dir nichts mehr sagen, wenn du alles verrätst.
Δεν θα σου πω τίποτα άλλο αν αποκαλύψεις τα πάντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store