Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verkürzen
01
کوتاه کردن
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
kürzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verkürze
γ΄ ενικό πρόσωπο
verkürzt
ενεστώτα μετοχή
verkürzend
απλός αόριστος
verkürzte
παθητική μετοχή
verkürzt
Παραδείγματα
Übermäßiger Gebrauch verkürzt die Lebenszeit des Geräts.



























