verkürzen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈkʏʁt͡sən/

Ορισμός και σημασία του "verkürzen"στα γερμανικά

verkürzen
01

کوتاه کردن

verkürzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
kürzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verkürze
γ΄ ενικό πρόσωπο
verkürzt
ενεστώτα μετοχή
verkürzend
απλός αόριστος
verkürzte
παθητική μετοχή
verkürzt
Παραδείγματα
Übermäßiger Gebrauch verkürzt die Lebenszeit des Geräts.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store