verkürzen
verkürzen
fɛɐ̯kʏʁtsn
fekurtsn

Ορισμός και σημασία του "verkürzen"στα γερμανικά

verkürzen
01

- , -

verkürzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
kürzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verkürze
γ΄ ενικό πρόσωπο
verkürzt
ενεστώτα μετοχή
verkürzend
απλός αόριστος
verkürzte
παθητική μετοχή
verkürzt
Παραδείγματα
Die Arbeitszeit wird verkürzt. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store