Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verkrampft
01
άκαμπτος, τεταμένος
Mit einer unnatürlichen, steifen oder gezwungenen Natur
Παραδείγματα
Ein verkrampftes Verhalten kann Menschen abschrecken.
Μια τεταμένη συμπεριφορά μπορεί να απομακρύνει τους ανθρώπους.
02
τεταμένος, συνεσπασμένος
Mit einer angespannten oder zusammengezogenen Natur, besonders bei Muskeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am verkrampftesten
συγκριτικός βαθμός
verkrampfter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er hatte einen verkrampften Gesichtsausdruck vor Schmerzen.
Είχε μια τεταμένη έκφραση προσώπου από τον πόνο.



























