Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verkleiden
01
μεταμφιέζομαι, ντύνομαι με στολή
Sich mit besonderer Kleidung als jemand oder etwas anderes darstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verkleide
γ΄ ενικό πρόσωπο
verkleidet
ενεστώτα μετοχή
verkleidend
απλός αόριστος
verkleidete
παθητική μετοχή
verkleidet
Παραδείγματα
Wir haben uns für die Party als Piraten verkleidet.
Μεταμφιεστήκαμε σε πειρατές για το πάρτι.
02
μεταμφιέζω, ντύνω με στολή
Jemandem ein Kostüm anziehen lassen
Παραδείγματα
Die Lehrerin verkleidete die Schüler als Tiere für das Schulfest.
Η δασκάλα μεταμφίεσε τους μαθητές σε ζώα για το σχολικό φεστιβάλ.



























