Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verkleiden
01
μεταμφιέζομαι, ντύνομαι με στολή
Sich mit besonderer Kleidung als jemand oder etwas anderes darstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verkleide
γ΄ ενικό πρόσωπο
verkleidet
ενεστώτα μετοχή
verkleidend
απλός αόριστος
verkleidete
παθητική μετοχή
verkleidet
Παραδείγματα
Die Kinder verkleiden sich gerne als Superhelden.
Τα παιδιά αρέσκονται να μεταμφιέζονται σε υπερήρωες.
02
μεταμφιέζω, ντύνω με στολή
Jemandem ein Kostüm anziehen lassen
Παραδείγματα
Sie verkleidete ihren Bruder als Geist, um ihn zu erschrecken.
Αυτή μεταμφίεσε τον αδελφό της σε φάντασμα για να τον τρομάξει.



























