Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verkennen
01
κρίνω λάθος, αγνοώ
Etwas oder jemanden falsch beurteilen, weil man die wahre Natur, Bedeutung oder den Wert nicht erkennt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
kennen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verkenne
γ΄ ενικό πρόσωπο
verkennt
ενεστώτα μετοχή
verkennend
απλός αόριστος
verkannte
παθητική μετοχή
verkannt
Παραδείγματα
Die Gesellschaft verkannte ihre Pionierarbeit.
Η κοινωνία δεν αναγνώρισε το πρωτοποριακό της έργο.



























