der verkehr
verkehr
fɛɐ̯kʰe:ɐ̯
φεκε
verzehr

Ορισμός και σημασία του "verkehr"στα γερμανικά

01

κίνηση, τροχαία

Der Bewegung von Fahrzeugen oder Menschen 
der Verkehr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Verkehre
γενική πτώση
Verkehr(e)s
Παραδείγματα
Der Verkehr ist heute stark. 

Η κυκλοφορία είναι έντονη σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store