verkaufen
Pronunciation
/fɛɐ̯ˈkaʊ̯fən/

Ορισμός και σημασία του "verkaufen"στα γερμανικά

verkaufen
01

πουλώ, εμπορεύομαι

Etwas gegen Geld geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
kaufen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verkaufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verkauft
ενεστώτα μετοχή
verkaufend
απλός αόριστος
verkaufte
παθητική μετοχή
verkauft
Παραδείγματα
Verkaufen Sie hier auch Kleidung?
Πουλάτε και ρούχα εδώ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store