Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verführerisch
01
παραπλανητικός, γοητευτικός
Etwas oder jemand, das/die bewusst täuscht oder in die Irre führt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am verführerischsten
συγκριτικός βαθμός
verführerischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die verführerische Werbung verschwieg die Risiken.
Η παραπλανητική διαφήμιση κρύψε τους κινδύνους.
02
γοητευτικός, δελεαστικός
Etwas oder jemand, das/die durch Schönheit oder Reiz anzieht
Παραδείγματα
Der Duft der Blumen war süß und verführerisch.
Η μυρωδιά των λουλουδιών ήταν γλυκιά και γοητευτική.



























