Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verführerisch
01
παραπλανητικός, γοητευτικός
Etwas oder jemand, das/die bewusst täuscht oder in die Irre führt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am verführerischsten
συγκριτικός βαθμός
verführerischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein verführerisches Angebot entpuppte sich als Betrug.
Η γοητευτική του προσφορά αποδείχθηκε απάτη.
02
γοητευτικός, δελεαστικός
Etwas oder jemand, das/die durch Schönheit oder Reiz anzieht
Παραδείγματα
Sie trug ein verführerisches rotes Kleid.
Φορούσε ένα γοητευτικό κόκκινο φόρεμα.



























