Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verdeutlichen
01
διευκρινίζω, εξηγώ
Etwas klarer oder verständlicher machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verdeutliche
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdeutlicht
ενεστώτα μετοχή
verdeutlichend
απλός αόριστος
verdeutlichte
παθητική μετοχή
verdeutlicht
Παραδείγματα
Der Lehrer verdeutlichte die Regeln nochmals.
Ο δάσκαλος διευκρίνισε τους κανόνες ξανά.



























