verdeutlichen
verdeutlichen
fɛɐ̯dɔʏtlɪçn
fedawutlichn

Ορισμός και σημασία του "verdeutlichen"στα γερμανικά

verdeutlichen
01

διευκρινίζω, εξηγώ

Etwas klarer oder verständlicher machen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verdeutliche
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdeutlicht
ενεστώτα μετοχή
verdeutlichend
απλός αόριστος
verdeutlichte
παθητική μετοχή
verdeutlicht
Παραδείγματα
Er verdeutlicht seine Meinung mit einem Beispiel. 

Αυτός διευκρινίζει τη γνώμη του με ένα παράδειγμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store