verdeutlichen

Ορισμός και σημασία του "verdeutlichen"στα γερμανικά

verdeutlichen
01

διευκρινίζω, εξηγώ

Etwas klarer oder verständlicher machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verdeutliche
γ΄ ενικό πρόσωπο
verdeutlicht
ενεστώτα μετοχή
verdeutlichend
απλός αόριστος
verdeutlichte
παθητική μετοχή
verdeutlicht
Παραδείγματα
Der Lehrer verdeutlichte die Regeln nochmals.
Ο δάσκαλος διευκρίνισε τους κανόνες ξανά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store