Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Verdacht
01
ύποπτος, υποψία
Die Annahme, dass etwas falsch oder geheim ist, ohne Beweise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Verdachte
γενική πτώση
Verdacht(e)s
Παραδείγματα
Der Verdacht gegen ihn war unbegründet.
Η υποψία εναντίον του ήταν αβάσιμη.
LanGeek



























