das verbot
verbot
fɛɐ̯bo:t
φεμποτ

Ορισμός και σημασία του "verbot"στα γερμανικά

01

απαγόρευση, απαγορευτικός νόμος

Ein offizielles Gesetz oder eine Regel, die etwas nicht erlaubt 
das Verbot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Verbote
γενική πτώση
Verbot(e)s
Παραδείγματα
Das Verbot von Plastik ist wichtig für die Umwelt. 

Η απαγόρευση του πλαστικού είναι σημαντική για το περιβάλλον.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store