Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbergen
01
κρύβομαι, αποκρύπτομαι
Sich selbst an einem versteckten Ort verstecken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
bergen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verberge
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbirgt
ενεστώτα μετοχή
verbergend
απλός αόριστος
verbarg
παθητική μετοχή
verborgen
Παραδείγματα
Spione verbergen sich oft in offensichtlichen Orten.
Οι κατάσκοποι συχνά κρύβονται σε προφανή μέρη.
02
κρύβω, αποκρύπτω
Etwas oder jemanden vor Sicht oder Kenntnis anderer verstecken
Παραδείγματα
Er verbarg die Beweise in einem geheimen Fach.
Αυτός έκρυψε τις αποδείξεις σε ένα μυστικό διαμέρισμα.



























