Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Vegetation
01
βλάστηση, χλωρίδα
Die Pflanzen, die in einem Gebiet wachsen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vegetation
Παραδείγματα
Die Vegetation im Regenwald ist sehr dicht.
Η βλάστηση στο τροπικό δάσος είναι πολύ πυκνή.
Λεξικό Δέντρο
vegetation
vegetate



























