der vater
vater
fa:tɐ
fat
vetter

Ορισμός και σημασία του "vater"στα γερμανικά

01

πατέρας, μπαμπάς

Ein männlicher Elternteil einer Familie 
der Vater definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Väter
αρσενικό ενικό
Vater
θηλυκό ενικό
Mutter
neutral form
Elternteil
γενική πτώση
Vaters
Παραδείγματα
Mein Vater heißt Thomas. 

Ο πατέρας μου λέγεται Τόμας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store