Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Unwahrscheinlichkeit
01
απιθανότητα, αδυναμία
Der Zustand, dass etwas kaum oder nicht wahrscheinlich ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Unwahrscheinlichkeit
Παραδείγματα
Die Unwahrscheinlichkeit eines Unfalls ist sehr gering.
Η απιθανότητα ενός ατυχήματος είναι πολύ χαμηλή.



























