Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich unterhalten
01
συζητώ, κουβεντιάζω
Mit jemandem reden, oft freundlich und locker
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
unter
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unterhalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
unterhält
ενεστώτα μετοχή
unterhaltend
απλός αόριστος
unterhielt
παθητική μετοχή
unterhalten
Παραδείγματα
Wir haben uns lange unterhalten.
Μιλήσαμε για πολύ ώρα.
02
ψυχαγωγώ, διασκεδάζω
Jemanden durch etwas erfreuen oder amüsieren
Παραδείγματα
Der Clown hat die Kinder gut unterhalten.
Ο κλόουν διασκέδασε καλά τα παιδιά.
03
διασκεδάζω
Spaß oder Freude bei etwas haben
Παραδείγματα
Wir haben uns auf der Party gut unterhalten.
Διασκεδάσαμε καλά στο πάρτι.
04
συντηρώ, διατηρώ
Jemandem Geld zum Leben geben
Παραδείγματα
Er unterhält seine Familie allein.
Αυτός συντηρεί την οικογένειά του μόνος.



























