Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich unterhalten
01
συζητώ, κουβεντιάζω
Mit jemandem reden, oft freundlich und locker
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
unter
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unterhalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
unterhält
ενεστώτα μετοχή
unterhaltend
απλός αόριστος
unterhielt
παθητική μετοχή
unterhalten
Παραδείγματα
Habt ihr euch gut unterhalten?
Μιλήσατε καλά μεταξύ σας;
02
ψυχαγωγώ, διασκεδάζω
Jemanden durch etwas erfreuen oder amüsieren
Παραδείγματα
Das Buch unterhält auf hohem Niveau.
Το βιβλίο ψυχαγωγεί σε υψηλό επίπεδο.
03
διασκεδάζω
Spaß oder Freude bei etwas haben
Παραδείγματα
Ich hoffe, ihr habt euch gut unterhalten.
Ελπίζω να διασκεδάσατε καλά.
04
συντηρώ, διατηρώ
Jemandem Geld zum Leben geben
Παραδείγματα
Wer unterhält euch finanziell?
Ποιος σας συντηρεί οικονομικά;



























