Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsportlich
01
μη αθλητικός, αθλητικά ανίκανος
Nicht fit oder nicht gut in Sport
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unsportlichsten
συγκριτικός βαθμός
unsportlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein unsportlicher Lebensstil ist nicht gesund.
Ο μη αθλητικός τρόπος ζωής του δεν είναι υγιής.



























