unsportlich
unsportlich
ʊnʃpɔɐ̯tlɪç
oonshpawtlich

Ορισμός και σημασία του "unsportlich"στα γερμανικά

unsportlich
01

μη αθλητικός, αθλητικά ανίκανος

Nicht fit oder nicht gut in Sport 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unsportlichsten
συγκριτικός βαθμός
unsportlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist sehr unsportlich und mag keinen Sport. 

Είναι πολύ μη αθλητικός και δεν του αρέσει ο αθλητισμός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store