die unsicherheit
unsicherheit
ʊnzɪçɐhaɪt
oonzichhait

Ορισμός και σημασία του "unsicherheit"στα γερμανικά

Die Unsicherheit
01

αβεβαιότητα, έλλειψη αυτοπεποίθησης

Zustand fehlender Klarheit oder fehlenden Selbstvertrauens 
die Unsicherheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Unsicherheit
Παραδείγματα
Ihre Unsicherheit ist sichtbar. 

Η αβεβαιότητα της είναι ορατή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store