Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Unsicherheit
[gender: feminine]
01
αβεβαιότητα, έλλειψη αυτοπεποίθησης
Zustand fehlender Klarheit oder fehlenden Selbstvertrauens
Παραδείγματα
In komplexen Situationen entsteht Unsicherheit oft durch fehlende Informationen oder widersprüchliche Signale.
Σε πολύπλοκες καταστάσεις, η αβεβαιότητα προκύπτει συχνά από έλλειψη πληροφοριών ή αντιφατικά σήματα.



























